Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η γεωμετρική εποχή


Η γεωμετρική εποχή είναι μία περίοδος της αρχαίας ελληνικής ιστορίας που διαρκεί περίπου από το 1100 π.Χ. έως το 700 π.Χ.

Η περίοδος, λοιπόν, από τον ΙΒ’ ως τον Η’ αιώνα είναι μία περίοδος μεταβατική, κατά την οποία συνέβησαν εξελίξεις, συντελουμένων των οποίων βρίσκουμε μία διαμορφωμένη κατάσταση στην έναρξη της αρχαϊκής εποχής. Η περίοδος αυτή πέρα από ‘σκοτεινοί αιώνες’, είναι γνωστή και με άλλες ονομασίες, όπως ομηρική εποχή, γεωμετρική εποχή, λόγω των αλλαγών που σημειώνονται περί το 1050 π.Χ. στην τεχνοτροπία της κεραμεικής, ή εποχή του σιδήρου, καθώς από το 1100 π.Χ. και εξής γενικεύεται η χρήση του υλικού αυτού για την κατασκευή όπλων ή σκευών.

Η καταστροφή των μυκηναϊκών ανακτόρων το 1200 π.Χ., δε σήμανε το απότομο τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού, αλλά την απαρχή μίας προϊούσας παρακμής που διήρκεσε ολόκληρο το ΙΒ’ αιώνα. Η έναρξη της πρώτης μεταμυκηναϊκής περιόδου της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, γνωστής ως ‘σκοτεινοί αιώνες’, σηματοδοτείται από την ευρεία χρήση του σιδήρου και την αλλαγή στην τεχνοτροπία της κεραμεικής, γεγονότα που τοποθετούνται περί το 1100-1050π.Χ., οπότε τελειώνει και η υπομυκηναϊκή φάση. Για την περίοδο αυτή, από το 1200 π.Χ. και εξής, δεν υπάρχουν γραπτές πηγές. Από ιστορικής άποψης, λοιπόν, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζεται το γεγονός της επανεμφάνισης γραπτών πηγών.

Ομηρικά έπη

Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται σκοτεινή από ιστορική άποψη καθώς δεν υπάρχουν άμεσες πηγές γι’ αυτή. Διαθέτουμε, ωστόσο, μία μη ιστορική πηγή, τα Ομηρικά Έπη. Είναι γενικώς αποδεκτό α) ότι η σύνθεση των επών σε ένα όλο, διαδικασία που συντελέστηκε πάνω στη βάση μίας μακρόχρονης προφορικής παράδοσης, έγινε τον Η’ αιώνα και β) ότι η Ιλιάδα συντέθηκε πριν από την Οδύσσεια. Οι διάφορες χρονολογήσεις της δημιουργίας των επών ποικίλλουν. Σύμφωνα με τις πιθανότερες, η Ιλιάδα συντέθηκε στα μέσα του Η’ αιώνα και η Οδύσσεια το β’ μισό του Η’ αιώνα. Η τοποθέτηση της Οδύσσειας σε χρονικό σημείο επόμενο της δημιουργίας της Ιλιάδας, στηρίζεται στην υπόθεση ότι στην Οδύσσεια έχουν ενσωματωθεί εμπειρίες της προαποικιακής δραστηριότητας που προηγήθηκε του β’ ελληνικού αποικισμού. Ο μεγάλος προβληματισμός αφορά την Ιλιάδα. Πρέπει να λάβουμε, πάντως, υπόψη, πως το ότι η δράση της Ιλιάδας διαρκεί 51 μέρες του ενάτου έτους του τρωικού πολέμου προϋποθέτει τα γενικότερα ιστορικά συμφραζόμενα του πολέμου. Το ζήτημα είναι αν η Ιλιάδα αποδίδει ένα ιστορικό γεγονός, εάν ο τρωικός πόλεμος ήταν ένα ιστορικό γεγονός. Για παράδειγμα, ο Νηών κατάλογος της Β περιγράφει την πολιτική γεωγραφία της μυκηναϊκής εποχής ή εκείνη του Η’ αιώνα; Το ερώτημα αυτό μεταφράζεται στο εξής: η Ιλιάδα συντέθηκε κατά την μυκηναϊκή εποχή ή την περίοδο μετά την καταστροφή των μυκηναϊκών ανακτορικών κέντρων, οπότε περιγράφει την κατάσταση των μεταμυκηναϊκών πραγμάτων, διατηρώντας κάποιες αναμνήσεις των γεγονότων της προηγούμενης εποχής; Υπάρχουν υποστηρικτές και των δύο απόψεων. Επίσης, δεν έχει απαντηθεί το ερώτημα αν οι καταστροφές της Τροίας VI (1350π.Χ.) ή της Τροίας VIIα (1180π.Χ.) σχετίζονται με κάποια επίθεση των Μυκηναίων. Για να διερευνήσουμε το ζήτημα της ιστορικότητας της Ιλιάδας πρέπει να λάβουμε υπόψη τις πληροφορίες που διαθέτουμε από την αρχαία ελληνική παράδοση. Η άλωση της Τροίας χρονολογείται σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, τον ιστορικό του Β’ μ.Χ. αιώνα, ο οποίος στα ‘Χρονικά’ του περιλαμβάνει όλα τα γεγονότα από την άλωση της Τροίας μέχρι το 119 πΧμΧ, το 1184/3 π.Χ. και σύμφωνα με το Πάριο χρονικό το 1209/8 π.Χ. [Το Πάριο χρονικό είναι ένας χρονολογικός πίνακας προσώπων και γεγονότων, από τη βασιλεία του μυθικού Κέκροπα (1581 π.Χ.) έως το έτος 264/3 π.Χ., όταν επώνυμος άρχοντας στην Αθήνα ήταν ο Διόγνητος]. Ας σημειωθεί ότι αρχαίοι Έλληνες αναφέρονταν στον τρωικό πόλεμο ως αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός, όπως το πράττει πχ στην Αρχαιολογία του ο Θουκυδίδης. Η Οδύσσεια, περιγράφοντας καταστάσεις μεταγενέστερες της Ιλιάδας, αποδίδει καλύτερα το μεταμυκηναϊκό χρονικό διάστημα.

Εσωτερικές μετακινήσεις

Την εποχή αυτή και, συγκεκριμένα, μετά το 1150, παρατηρούνται για δεύτερη και τελευταία φορά εσωτερικές μετακινήσεις, πολλές πληροφορίες για τις οποίες αντλούμε από την παράδοση, ιδιαίτερα το Θουκυδίδη, αλλά και τη μυθολογία. Τα φύλα που μετακινήθηκαν την περίοδο για την οποία μιλάμε κατά κανόνα ακολούθησαν σε αδρές γραμμές την κατεύθυνση από βορρά προς νότο. Εξαίρεση αποτελεί το φύλο των Μακεδόνων, οι οποίοι δεν κατήλθαν προς τα νοτιότερα τμήματα της Ελλάδας, αλλά από τη βορειοδυτική Μακεδονία μετακινήθηκαν στο χώρο που την ιστορική περίοδο μας είναι γνωστός ως Μακεδονίς, μετακίνηση που ολοκληρώθηκε τα μέσα του Ζ’ αιώνα, εάν είναι σωστή η χρονολόγηση των μετακινήσεων των ελληνικών φύλων, και αποτελεί την απόληξή τους. Οι μετακινήσεις αυτές γίνονταν κατά μικρές ομάδες σε μεγάλο διάστημα και όταν έλαβαν τέλος φάνηκε το αθροιστικό τους αποτέλεσμα. Την περίοδο αυτή εγκαταστάθηκαν οι Θεσσαλοί στην περιοχή στην οποία θα έδιναν αργότερα το όνομά τους, ενώ οι Βοιωτοί από την περιοχή της Άρνης μετακινήθηκαν στην περιοχή που έγινε αργότερα γνωστή ως Βοιωτία. Άλλα φύλα που μετατοπίστηκαν ήταν οι Αινιάνες, οι Ακαρνάνες, οι Λοκροί, οι Φωκείς. Κάποιες πληθυσμιακές ομάδες δεν άλλαξαν τόπο διαμονής τους. Σε αυτούς συγκαταλέγονται οι Αθηναίοι, οι οποίο υπερηφανεύονταν για την αυτοχθονία τους, οι Αρκάδες και οι Ίωνες. Άλλα ελληνικά φύλα κατευθύνθηκαν προς την Κύπρο, όπου ήδη υπήρχε ελληνική παρουσία από τη μυκηναϊκή εποχή, το τέλος του ΙΓ’ και τις αρχές του ΙΒ’ αιώνα. Για την εξέταση των μετακινήσεων των ελληνικών φύλων μεταχειριζόμαστε την αντιστοίχιση των διαλέκτων με περιοχές και την παράδοση, συμπεριλαμβανομένης της μυθολογι οι δωριεις ηταν το τελευταιο φυλο που μετακινιθηκε προς το νοτα.Ξεκινησαν απο το βορρα {Πυνδο}.ΦΤΑΝΟΝΤΑς ΣΤΙΝ ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ χωριστικαν σε πιο μικρες ομαδες.Μερικοι μαλιστα εμειναν εκει και η περιοχη ονομαστικε ΔΩΡΙΔΑ.Μια ισχυρη ομαδα κατευθινθικε πιο νοτια στην σπαρτη.Τοτε σταματισε να αναπτυσεται ο Μυκηναικοσ πολιτισμος, οι κατοικοι τησ Σπαρτης εγιναν ειλωτες{δουλοι} και καποιοι αρχ ισαν να φευγουν απο εκει.

Ο πρώτος Ελληνικός αποικισμός

Συνέπεια των μετακινήσεων στην ηπειρωτική Ελλάδα ήταν ο αποικισμός των δυτικών ακτών της Μικράς Ασίας έως την Παμφυλία από φύλα προερχόμενα από την κυρίως Ελλάδα. Οι Αιολείς μετακινήθηκαν στο βόρειο τμήμα των δυτικών ακτών, γνωστό ως Αιολίδα, οι Ίωνες στην περιοχή που έγινε γνωστή ως Ιωνία και οι Δωριείς μέσω Κυκλάδων, Κρήτης και Δωδεκανήσων έφτασαν στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία. Το σύνολο των μετακινήσεων αυτών από τη δυτική στην ανατολική πλευρά του Αιγαίου ονομάζεται πρώτος ελληνικός αποικισμός. Τοποθετείται εντός του εξής χρονικού πλαισίου: 1100-800π.Χ..

Πολιτικοί θεσμοί

Σε αυτά τα πρώιμα χρονικά διαστήματα πολίτευμα που κυριαρχούσε ήταν η βασιλεία. Παρουσιάζεται ένα είδος φυλετικής οργάνωσης, όπου ο βασιλιάς προΐσταται μιας μεγάλης ομάδας ανθρώπων. Πριν την αρχαϊκή εποχή και όσο βρισκόμαστε στην περίοδο της βασιλείας, δεν έχουμε πόλιν, αλλά άστυ, μεγάλους οικισμούς, που ήταν έδρα των θεσμών διοίκησης. Η πόλη ως πόλις είναι δημιούργημα της πρώιμης αρχαϊκής εποχής και σχετίζεται με την κατάργηση της βασιλείας και την άσκηση της εξουσίας από τους ευγενείς.

Ήταν μία μακρά διαδικασία που ολοκληρώθηκε το α’ μισό του Ζ’ π.Χ. αιώνα, όταν σχεδόν σε όλο τον ελληνικό κόσμο δεν υπήρχαν βασιλείς. Υπήρχαν κάποιες εγγενείς αρμοδιότητες στο αξίωμά τους:
  1. ήταν αρχηγοί του στρατού
  2. είχαν ιερατικά καθήκοντα, απευθυνόμενοι εξ ονόματος της κοινότητας σε υπερβατικές δυνάμεις
  3. είχαν δικαστικά καθήκοντα

Στη διοίκηση των κοινών ζητημάτων βοηθούνταν από ένα συμβούλιο ευγενών. Στα ομηρικά έπη ονομαζόταν γέροντες, απ’ όπου προήλθε και η γερουσία στη Σπάρτη. Ο βασιλιάς των ομηρικών επών, των σκοτεινών αιώνων, συνομιλεί και συναποφασίζει με τους γέροντες για τα δημόσια θέματα. Αμέσως επόμενη εξέλιξη ήταν η κατάργηση της βασιλείας από τους ευγενείς. Οι ευγενείς είχαν ήδη εμπειρία στη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων, οπότε στον κατάλληλο χρόνο μπόρεσαν να αμφισβητήσουν τη βασιλεία. Η ενέργειά τους ήταν αποτέλεσμα ενός συνδυασμού δύο παραγόντων: αφ’ ενός της εξασθένησης της βασιλείας και αφ’ ετέρου την ισχύ των ίδιων, αφού είχαν μεγάλη εμπειρία στη διοίκηση των κοινών και στον πόλεμο. Η απονομή δικαιοσύνης γινόταν από το βασιλιά και το συμβούλιο με βάση το εθιμικό δίκαιο.

Η αγορά αποτελούταν από τους στρατεύσιμους άνδρες, αλλά δεν ήταν επίσημα θεσμοθετημένη. Όταν έπρεπε να ληφθεί μία απόφαση για ένα κρίσιμο ζήτημα, τότε τη συγκαλούσαν οι ευγενείς. Από τα ομηρικά έπη, όπου βρίσκουμε αναφορά στη ραψωδία β, επιβίωσε ως την αρχαϊκή πόλη. Η λήψη των αποφάσεων δια βοής επέζησε στην Απέλλα της Σπάρτης. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι έχουμε πρόδρομες μορφές θεσμών.

Κοινωνική διαστρωμάτωση και οργάνωση

Η κύρια διαχωριστική γραμμή είναι αυτή που χωρίζει τους ελεύθερους από τους δούλους. Η υποδούλωση κάποιου μπορούσε να γίνει με αιχμαλωσία σε ένα πόλεμο, μετά την κατάληψη μιας πόλης ή σε μία μάχη, ή με απαγωγές από ναυτικούς. Υπήρχαν και οικογενείς δούλοι (ρ320). Γενικά οι δούλοι θεωρούνταν κατώτερα όντα.Στους σκοτεινούς αιώνες επίσης διαμορφώθηκε το σύστημα των ειλώτων και των πενεστών.

Μία άλλη διαχωριστική γραμμή ήταν αυτή που χώριζε τους πολίτες από τους ξένους, τα εγχώρια μέλη μιας κοινότητας από τους παροίκους που προέρχονταν από άλλες περιοχές, οι οποίοι λίγο πολύ είχαν διαφορετικό νομικό status. Η εξέλιξη των σχέσεων αυτών των δύο ομάδων έφτασε ως το σημείο να υπάρχουν διακρατικές συμφωνίες για ξένους την κλασική εποχή. Προστατεύονταν οι ξένοι τόσο από τη θρησκεία, καθώς ήταν ικέτες, όσο και από το δίκαιο της φιλοξενίας. Στα ομηρικά έπη είναι έντονος ο θεσμός της ξενίας, φιλίας που δημιουργείται από τη φιλοξενία, η οποία συνεπάγεται αμοιβαίες υποχρεώσεις με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας.

Οι ελεύθεροι ήταν κοινωνικά-οικονομικά ιεραρχημένοι. Πρώτα οι θήτες ήταν όσοι κατείχαν λίγοι ή καθόλου γη.

Οι δημιουργοί ήταν ειδικοί στην τέχνη τους: μεταλλουργοί, κεραμείς, ξυλουργοί, βυρσοδέψες, επεξεργάζονταν πολύτιμες ύλες. Ανάμεσά τους ήταν οι αοιδοί, οι μάντεις, ο κήρυξ και ο ιατρός. Οι θεράποντες ήταν ακόλουθοι ή βοηθοί του βασιλιά ή άλλων ισχυρών προσώπων. Ήταν ηνίοχοί τους, συμμετείχαν στα συμπόσια και ήταν και οι ίδιοι επιφανούς καταγωγής. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού ασχολούνταν με την καλλιέργεια της γης, ήταν γεωργοί και χρησιμοποιούσαν το εισόδημά τους για τον οπλισμό, που αποκτούσαν με δικά τους έξοδα, και τη συντήρηση της οικογένειάς τους. Οι ευγενείς ήταν μία μικρή ομάδα ατόμων που αναλάμβαναν τη διακυβέρνηση τα, είχαν υπό την κατοχή τους μεγάλες εκτάσεις γης, αλλά είχαν έσοδα και από άλλες δραστηριότητες. Στα ομηρικά έπη πολεμούν με άρματα.

Διακριτικά χαρακτηριστικά τους ήταν
  1. η ευγενής καταγωγή, την οποία ανήγαγαν σε θεούς και ήρωες
  2. η κατοχή μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας
  3. η καλλιέργεια του λόγου και η ενασχόληση με τη ρητορική
  4. και το αγωνιστικό φρόνημα με ανάλογα ιδεώδη.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι το ιδεώδες ενός ευγενούς εκφράζεται από το ομηρικό ‘εργων πρηκτήρ και λόγων ρητήρ’.

Για την ιδιοκτησία της γης έχουμε ελάχιστες πληροφορίες. Φαίνεται ότι η γη ήταν χωρισμένη στην καλλιεργήσιμη γη, ένα μέρος από την οποία ανήκε σε πρόσωπα και ένα μεγάλο μέρος στο δήμο, και στην εσχατιά, που χρησιμοποιούνταν για βοσκή, και ανήκε εξ ολοκλήρου στην κοινότητα. Στα ομηρικά έπη η κατάσταση φαίνεται ότι είναι ίδια με αυτήν που υπήρχε στην Πύλο, όπως την πληροφορούμαστε από τις πινακίδες.

Από τα ομηρικά έπη πληροφορούμαστε ότι μέσα ανταλλαγής και προσδιορισμού της αξίας των αντικειμένων ήταν τα μέταλλα, είτε ως σκεύη είτε ως πρώτη ύλη, και τα ζώα, κυρίως τα βόδια. Πρόκειται για μία εποχή προ της εφεύρεσης του νομίσματος, έχουμε να κάνουμε με έναν τύπο φυσικής, κτηματικής οικονομίας.

Τα όπλα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ίδια με την προηγούμενη εποχή. Επιθετικά όπλα είναι το ξίφος, το δόρυ, το τόξο και αμυντικά η περικεφαλαία, ο θώρακας και η ασπίδα.

Ιωνική Επανάσταση (499 π.Χ.)


Η Ιωνική Επανάσταση ξεκίνησε το 499 π.Χ στην Ιωνία, επεκτάθηκε στην Αιολίδα, στη Δωρίδα, στην Κύπρο, στην Καρία και έληξε το 493 π.Χ με αποφασιστική νίκη των Περσών και κατάπνιξη της εξέγερσης. Αιτία της επανάστασης ήταν το μίσος των κατοίκων των ιωνικών πόλεων εναντίον των τυράννων, τους οποίους οι Πέρσες διόριζαν κυβερνήτες.


Το Ηρώδειο υπήρξε υψηλότερο κτίριο της χώρας!

Στην εποχή του θεωρούνταν κατασκευαστικό θαύμα
Είχε ξύλινη σκεπή χωρίς στηρίγματα

17/05/2013

Πώς θα φαινόταν άραγε σήμερα στο φεστιβαλικό κοινό του Ηρωδείου αν είχε πάνω από το κεφάλι του μια τεράστια στέγη; Δεν μπορεί να πει κανείς ότι η παρουσία της θα ήταν ευχάριστη, δεδομένων των κλιματικών συνθηκών του αττικού θέρους, στην αρχαιότητα όμως, όχι απλώς υπήρχε στέγη αλλά είχε αποτελέσει και θαύμα της αρχιτεκτονικής.

Φυσικά ήταν ξύλινη και για την κατασκευή της πρέπει να χρησιμοποιήθηκαν περί τις 3.000 δέντρα, μεγάλα ως επί το πλείστον, όπως κέδροι, κυπαρίσσια και λάρικες, ενώ κατεργασμένη η ξυλεία θα πρέπει να ζύγιζε περί τους 750 - 800 τόνους. Και το σημαντικότερο: Δεν είχε καθόλου ενδιάμεσα στηρίγματα!

Ο καθηγητής Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής στο ΕΜΠ κ. Μανόλης Κορρές , ο οποίος έχει μελετήσει διεξοδικά το ζήτημα της στέγης του Ηρωδείου είναι σε θέση να μιλήσει με ακρίβεια (όση επιτρέπει ασφαλώς η απόσταση των 2000 περίπου χρόνων) για το κατασκευαστικό θαύμα, που θεωρείτο στην εποχή του αυτό το οικοδόμημα. Γιατί το Ηρώδειο, δώρο ας μη ξεχνούμε, του Ηρώδη Αττικού στην Αθήνα είχε κερδίσει από την αρχαιότητα τον θαυμασμό των ανθρώπων.

Ο Παυσανίας στα κείμενά του το χαρακτηρίζει ως το αξιολογότερο οικοδόμημα του είδους του ενώ ο Φιλόστρατος αναφέρει: «ανέθηκε δε ο Ηρώδης και το επί Ριγίλλη θέατρον, κέδρου ξυνθείς το όροφον η δε ύλη και εν αγαλματοποιίαις σπουδαία».

«Η στέγη του Ηρωδείου, σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, αποτέλεσε παγκόσμιο ρεκόρ μέγιστου ανοίγματος έως και τον 19ο αιώνα! Δύναται μετά πάσης βεβαιότητος να λεχθεί, ότι το Ηρώδειο υπήρξε το υψηλότερο κτίριο της χώρας ως την εποχή της κατασκευής του ξενοδοχείου Χίλτον ενώ την δεύτερη θέση ως τα μέσα του 20ού αιώνα κατείχαν δύο επίσης ρωμαϊκά κτίρια: το λεγόμενον Οκτάγωνον κι η λεγόμενη Ροτόντα της Θεσσαλονίκης», όπως αναφέρει ο κ. Κορρές στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Ανθέμιον» της Ενωσης Φίλων Ακροπόλεως, που είναι αφιερωμένο ολόκληρο στον Ηρώδη Αττικό και την εποχή του.

Πώς όμως έγινε δυνατό αυτό το θαύμα; «Η λύση βρίσκεται μάλλον στον τρόπο κατασκευής των ρωμαϊκών γεφυρών και όχι μόνον των ρωμαϊκών στεγών», αναφέρει ο μελετητής, προσθέτοντας ότι σαν παράδειγμα προσφέρεται η γέφυρα του Τραϊανού (105 μ.Χ.) έργο του διάσημου Απολόδωρου από την Δαμασκό.

Τα διάφορα μέρη της στέγης θα πρέπει να ετοιμάζονταν στο έδαφος μπροστά από το κτίριο και την Στοά του Ευμένους, όπου θα πρέπει να συναρμολογούνταν δοκιμαστικά και να διορθώνονταν, σύμφωνα πάντα με την μελέτη του κ. Κορρέ. Στη συνέχεια χαράσσονταν στην επιφάνειά τους τα τεκτονικά σύμβολα ως οδηγοί της τελικής συναρμολόγησης και ακολούθως τα διάφορα μέρη ανεβάζονταν με την βοήθεια γερανών επάνω σε τεράστιο ικρίωμα ύψους 29 μέτρων. Εκεί ειδικοί τεχνίτες εκτελούσαν την συναρμολόγηση με τη βοήθεια άλλων μηχανών, που ήταν επίσης εγκατεστημένες σε αυτό το ύψος!

Η κατασκευή της γιγάντιας στέγης πρέπει να διήρκεσε τουλάχιστον τρία χρόνια, χωρίς να υπολογίζεται ο χρόνος για την αναζήτηση της ξυλείας και την ξήρανσή της. Το κτίριο οικοδομήθηκε σε οκτώ το πολύ εννέα χρόνια.

Στην νεότερη εποχή μία επιπλέον απόδειξη της ύπαρξης της στέγης υπήρξε το παχύ στρώμα στάχτης που βρέθηκε από τον Πιττάκη το 1858 κατά τις ανασκαφές για την αποκάλυψη του μνημείου. Θραύσματα από κεράμους, καρβουνιασμένα ξύλα _συχνά ογκώδη_ σιδηρόκαρφα εντυπωσιακού μεγέθους και σιδηρελάσματα ήταν αναμεμειγμένα με την στάχτη. Αποτέλεσμα προφανώς, όπως σημειώνει και ο κ. Κορρές της καταστροφικής μανίας των Ερούλων το 267 μ.Χ. από την οποία δεν γλίτωσε και το Ηρώδειο.

πηγή: Το Βήμα

Η Δελφική Αμφικτυονία


Η Δελφική Αμφικτυονία ήταν μια ομοσπονδία δώδεκα φυλών της Στερεάς Ελλάδας και της Θεσσαλίας που αποτελούσε αρχικά θρησκευτική ένωση, ενώ αργότερα απέκτησε και πολιτική σημασία. Το Αμφικτυονικό Συνέδριο λάμβανε χώρα δύο φορές τον χρόνο και κάθε φυλή είχε δύο ψήφους. Κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια η επίδραση της μειώθηκε μέχρι που ο Αδριανός ίδρυσε το Πανελλήνιο. Η δύναμη που απέκτησε ήταν τέτοια που πρωταγωνίστησε στην περιοχή έως τουλάχιστον τον 4ο αιώνα π.Χ. Αποτέλεσε, κατά κάποιο τρόπο, μια μικρογραφία της Κοινωνίας των Εθνών και του σημερινού ΟΗΕ.

Ίδρυση

Ήδη από τον 7ό αιώνα π.Χ. υπήρχε μία αμφικτυονία των φυλών της κεντρικής Ελλάδας και της Θεσσαλίας, οι οποίοι είχαν αρχικά και τη μεγαλύτερη επιρροή στο συνέδριο. Κέντρο της ήταν το ιερό της Δήμητρας στην Ανθήλη, κοντά στις Θερμοπύλες. Στην αμφικτυονία αυτή προσχώρησαν και οι Δελφοί. Με τον καιρό απέκτησε μεγάλες αρμοδιότητες στην διοίκηση του ιερού του Απόλλωνα στους Δελφούς και ταυτόχρονα ισχυρές πολιτικές δυνάμεις. Λειτουργία

Στο Αμφικτυονικό Συνέδριο συμμετείχαν δώδεκα ελληνικές φυλές. Αυτές ήταν οι Θεσσαλοί, οι Βοιωτοί (με κυρίαρχη την Θήβα), οι Δωριείς (με κυρίαρχη την Σπάρτη), οι Ίωνες (με κυρίαρχη την Αθήνα), οι Περραιβοί, οι Μάγνητες, οι Λοκροί, οιΟιταίοι, οι Αχαιοί, οι Φωκείς, οι Δόλοπες και οι Μαλιείς. Αυτοί αποτελούσαν και τα μόνιμα μέλη του Συνεδρίου. Κάθε μια από αυτές τις δώδεκα φυλές είχε δύο ψήφους. Στο Συνέδριο εκπροσωπούνταν ακόμα οι Αιτωλείς, οι Ακαρνάνες, οι Αρκάδες, οι Ηλείοι, οι Τριφύλιοι και η μικρή φυλή των Δρυόπων, χωρίς όμως δικαίωμα ψήφου. Κάθε φυλή έστελνε 2 αντιπροσώπους σε κάθε συνέδριο. Από αυτούς, ο ένας ονομαζόταν "Πυλαγώρας" και κύριος ρόλος τους ήταν η συζήτηση των προς ψήφιση αιτημάτων και η αντιπροσώπευση της πόλης του και ο άλλος ονομαζόταν "Ιερομνήμονας" και ήταν αυτός που ψήφιζε. Για τους μεν Λοκρούς μία ψήφος άνηκε στους Οζολούς και μία στους Οπούντιους. Μετά τον τρίτο Ιερό πόλεμο και την ήττα των Φωκέων, οι Μακεδόνες απόκτησαν τις ψήφους τους. Επίσης εκλεγόταν ένας γραμματέας και υπήρχε και ο θεσμός της αμφικτυονικής εκκλησίας που αποτελούταν από τους ιερομνήμονες, τους πυλαγόρες όσους βρίσκονταν στο ιερό την εποχή που λάμβανε χώρα η συνάντηση, με σκοπό την έκδοση των ψηφισμάτων και ουσιαστικά δεν είχε κάποια δύναμη. Απο τον 4ο αιώνα το Συμβούλιο στεγαζόταν σε ειδικό κτήριο με το όνομα Πυλέα. Το Συνέδριο λάμβανε χώρα δύο φορές το χρόνο. Την άνοιξη στους Δελφούς, στο ιερό του Απόλλωνα. Το φθινόπωρο στην μαλιακή πόλη Ανθήλη, κοντά στις Θερμοπύλες στο ιερό της Δήμητρας.

Αρμοδιότητες

Αρχικά το Συνέδριο αφορούσε μάλλον πιο πολύ την επιτήρηση του ιερού της Δήμητρας στην Ανθήλη, η οποία μάλιστα ονομαζόταν Αμφικτυονίς. Στη περιοχή υπήρχε επίσης ιερό του Αμφικτύονα. Οι δε συνάξεις και στους Δελφούς και στις Θερμοπύλες, ονομάζονταν "Πυλαίαις" ("Πυλαία εαρινή" και "Πυλαία μεταπωρινή" αντίστοιχα) από το Πύλες (Θερμοπύλες). Στην συνέχεια, και αφού άρχισαν να συνέρχονται και στους Δελφούς ανέλαβαν και την εποπτεία του ιερού του Απόλλωνα, μέχρι που έγινε το κύριο έργο της. Αργότερα, ανέλαβαν και την διοργάνωση των Πυθίων. Η δελφική αμφικτυονία είχε τον έλεγχο της περιουσίας και λειτουργίας του ιερού, αφού όριζε τους ιερείς και τους άλλους αξιωματούχους, εκλέγοντάς τους πάντα από κατοίκους των Δελφών.

Δύναμη

Η δημιουργία της αμφικτυονίας σε μια εποχή κατά την οποία ακόμα τόσο η Αθήνα, όσο και η Σπάρτη ή η Θήβα δεν είχαν αποκτήσει την δύναμη που απέκτησαν αργότερα, είχε σαν αποτέλεσμα φυλές με ελάχιστη δύναμη όπως οι Μαλιείς ή οι Περραιβοί να έχουν τις ίδιες δυνατότητες και την ίδια αξία με τις ισχυρές δυνάμεις εντός του συμβουλίου. Ακόμα και όταν οι Θεσσαλοί κατέλαβαν τους γειτονικούς τους λαούς Περραιβούς, Μαλιείς, Μαγνήτες, Δόλοπες και Αχαιούς αυτοί μπορούσαν να μετέχουν ως ίσοι με τους Θεσσαλούς και με καθαρό το δικαίωμα ψήφου. Αυτό τελικά, καθώς και η αίγλη του μαντείου των Δελφών, έδωσε τεράστια δύναμη στο συνέδριο, ιδίως κατά την εποχή πριν και μετά τους Περσικούς Πολέμους. Ωστόσο, με την είσοδο των Μακεδόνων και αργότερα την αύξηση της επιρροής των Αιτωλών (οι Οζολοί Λοκροί προσχώρησαν στην ισχυρή Αιτωλική Συμπολιτεία) και των Ρωμαίων καθώς και οι διάφορες συμμαχίες και αντιπαλότητες μεταξύ των πόλεων δεν άφησαν ανεπηρέαστη την ομοσπονδία.

Ιεροί Πόλεμοι

Τον 6ο αι. π.Χ. οι Αμφικτύονες αποφασίζουν να τιμωρήσουν τους κατοίκους της Κρίσσας που εκμεταλλεύονταν τους προσκυνητές και τους επίσημους απεσταλμένους των πόλεων στους Δελφούς που έφταναν από το λιμάνι της Κίρρας, επιβάλλοντας τους φορολογία. Η Αμφικτυονία μαζεύει στρατό και διαλύει τις δύο πόλεις, απαγορεύοντας κάθε δραστηριότητα στην Κίρρα και το Κρισσαίο Πεδίο. Το 458 π.Χ. οι Φωκείς καταλαμβάνουν τους Δελφούς και οι Σπαρτιάτες τους διώχνουν (δεύτερος ιερός Πόλεμος). Οι Φωκείς με την βοήθεια των Αθηναίων ανακαταλαμβάνουν τους Δελφούς μέχρι το 421 π.Χ. που τα ιερό ξαναβρίσκει την αυτοδυναμία του. Το 356 π.Χ. η Αμφικτυονία επιβάλλει πρόστιμο στους Φωκείς γιατί καλλιέργησαν εκτάσεις που άνηκαν στο ιερό (τρίτος ιερός πόλεμος). Αθηναίοι και Λακεδαιμόνιοι συμμαχούν υπέρ των Φωκέων, φοβούμενοι την ανάμιξη του Φιλίππου Β' της Μακεδονίας στις υποθέσεις της Νότιας Ελλάδας. Οι Φωκείς καταλαμβάνουν τους Δελφούς με αρχηγό τον Φιλόμηλο. Όμως ο Φίλιππος, το 346 π.Χ., επεμβαίνει και απελευθερώνει τους Δελφούς. Το Συμβούλιο τιμωρεί σκληρά τους Φωκείς, οι πόλεις τους καταστρέφονται, υποχρεώνονται σε μεγάλη αποζημίωση για τις ζημιές που προκάλεσαν στους Δελφούς και χάνουν τις ψήφους τους στο Συμβούλιο. Αυτές δίνονται στον Φίλιππο και τους Μακεδόνες.

Υπό την εξάλειψη του φόβου για τους Φωκείς, οι Αμφισσείς αρχίζουν να καλλιεργούν εκτάσεις στο Κρισσαίο πεδίο και να δημιουργούν κτίρια στην πόλη της Κίρρας. Υποστηρίζοντας τους συμμάχους τους Θηβαίους στο Αμφικτυονικό Συνέδριο και παρασυρόμενοι από αυτούς προσπαθούν να κατηγορήσουν τους Αθηναίους για ιεροσυλία. Ο πυλαγόρας της Αθήνας, όμως, ρήτορας Αισχίνης κατάφερε να αντιστρέψει τις κατηγορίες και να τους καταγγείλει για καταπάτηση της γης του Απόλλωνα και της απαγορευμένης Κίρρας. Ο Φίλιππος αναλαμβάνει το 339 π.Χ. να τιμωρήσει τους Αμφισσείς εκ μέρους της Αμφικτυονίας (τέταρτος Ιερός Πόλεμος) και η Άμφισσα καταστρέφεται.

Σημασία

Η Δελφική Αμφικτυονία αποτέλεσε την πιο σημαντική αμφικτυονία της αρχαίας Ελλάδας. Σε αυτή αντιπροσωπευόταν σχεδόν όλα τα ελληνικά φύλα και η πολιτική δύναμη που απέκτησε ήταν τεράστια. Συχνά προσομοιάζεται με την Κοινωνία των Εθνών και τον ΟΗΕ.


Βιβλιογραφία
Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους - Βιβλίο Δεύτερο Πρωτοϊστορικοί Χρόνοι"
Βασίλειος Χ. Πετράκος "Δελφοί"
Πέτρος Καλονάρος "Ιστορία της Πόλεως Αμφίσσης"

Οι Κίκονες της αρχαίας Θράκης


Οι Κίκονες ήταν Θρακικός λαός που κατοικούσε στην περιοχή ανάμεσα στη Βιστονίδα λίμνη και τις εκβολές του ποταμού Έβρου.

Για πρώτη φορά οι Κίκονες αναφέρονται από τον Όμηρο. Στην Ιλιάδα (Β 846) μνημονεύονται ως σύμμαχοι των Τρώων, που είχαν εκστρατεύσει με τον αρχηγό τους Εύφημο.

Τους Θράκες πάλι τους οδηγούσε ο Ακάμας και ο ήρωας Πείροος,
όσους κλείνει μέσα ο Ελλήσποντος με τα ορμητικά ρεύματα.
Ο Εύφημος ήταν αρχηγός στους κονταρομάχους Κίκονες,
ο γιος του διόθρεφτου Κεάδη από την Τροιζήνα.

Αὐτὰρ Θρήϊκας ἦγ᾽ Ἀκάμας καὶ Πείροος ἥρως
ὅσσους Ἑλλήσποντος ἀγάρροος ἐντὸς ἐέργει
Εὔφημος δ᾽ ἀρχὸς Κικόνων ἦν αἰχμητάων
υἱὸς Τροιζήνοιο διοτρεφέος Κεάδαο.


Επίσης οι Κίκονες αναφέρονται και στην Οδύσσεια (ι 39) . Εκεί ο Όμηρος τους αναφέρει ως το πρώτο «επεισόδιο» στις περιπλανήσεις του Οδυσσέα, αφού έφυγε από την Τροία. Κατά τη σχετική εξιστόρηση, οι Κίκονες ήταν πολυάριθμοι, επιδέξιοι πολεμιστές. Εκδικήθηκαν τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του, οι οποίοι είχαν καταστρέψει την πόλη τους Ίσμαρο, σκοτώνοντας πολλούς από αυτούς και αναγκάζοντας τους υπόλοιπους να φύγουν νύχτα από τη χώρα τους.

Μα τώρα το πολύπαθο ταξίδι ας ιστορήσω,
που ο μέγας Δίας μου όρισε σα μίσευα απ΄ την Τροία.
Από το Ίλιο ο άνεμος στους Κίκονες με πήρε,
στην Ίσμαρο· εκεί χάλασα και πολιτεία κι ανθρώπους·
κι όσες γυναίκες πήραμε και πλούτια από τη χώρα,
σωστά τα μοιραστήκαμε, το δίκιο να ΄χουν όλοι.

εἰ δ᾽ ἄγε τοι καὶ νόστον ἐμὸν πολυκηδέ᾽ ἐνίσπω,
ὅν μοι Ζεὺς ἐφέηκεν ἀπὸ Τροίηθεν ἰόντι.
"Ἰλιόθεν με φέρων ἄνεμος Κικόνεσσι πέλασσεν,
Ἰσμάρῳ. ἔνθα δ᾽ ἐγὼ πόλιν ἔπραθον, ὤλεσα δ᾽ αὐτούς·
ἐκ πόλιος δ᾽ ἀλόχους καὶ κτήματα πολλὰ λαβόντες
δασσάμεθ᾽, ὡς μή τίς μοι ἀτεμβόμενος κίοι ἴσης.


Ο Ηρόδοτος κάνει επίσης λόγο για τους Κίκονες, αναφέροντάς τους ως έθνος που (κατά τον 5ο αιώνα π.Χ.) κατοικούσε στην παραθαλάσσια ζώνη δυτικά των εκβολών του Έβρου, όπου βρίσκονταν οι πόλεις Σούλη και Ζώνη. Εκεί προσορμίσθηκε ο στόλος του Ξέρξη όταν αυτός απαριθμούσε τους πεζούς του στον Δορίσκο.

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Κίκονες ακολούθησαν τον Ξέρξη στην εκστρατεία του κατά της Ελλάδας.

Τα θαμμένα αγάλματα του πολέμου

Από την προετοιμασία απόκρυψης των επιτύμβιων γλυπτών του Μουσείου. (Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου).

ΑΘΗΝΑ - Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΠΟΛΗΣ
Τα θαμμένα αγάλματα του πολέμου.


Του Κώστα Πασχαλίδη

Επί έξι μήνες πριν από την εισβολή των Γερμανών μια ομάδα από εργάτες και αρχαιολόγους έσκαβε τα δάπεδα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου για να θάψει εκεί ό,τι πολυτιμότερο έχει η Αθήνα: τους κούρους και τις ληκύθους της.

Την Κυριακή 27 Απριλίου 1941 τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής κατέλαβαν την Αθήνα. Την επομένη, νωρίς το πρωί, οι Γερμανοί αξιωματικοί που ανέβηκαν με φόρα τα μαρμάρινα σκαλιά του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου διαπίστωσαν με έκπληξη ότι παραλάμβαναν ένα κτίριο άδειο. Δεν βρήκαν πουθενά ούτε ίχνος από τα χιλιάδες πολύτιμα εκθέματα που κοσμούσαν το μεγαλύτερο μουσείο της χώρας τα προηγούμενα εξήντα χρόνια της λειτουργίας του. Αντί για αγάλματα, στέκονταν μπροστά τους παγωμένοι και ανέκφραστοι οι λιγοστοί αρχαιολόγοι και οι φύλακες που είχαν βάρδια εκείνη την ώρα. Στις επίμονες ερωτήσεις τους, εκείνοι απάντησαν σιβυλλικά, ότι τα αρχαία είναι εκεί όπου όλοι γνωρίζουν, κάτω από τη γη. Και είναι αλήθεια ότι τα αρχαία είχαν μόλις επιστρέψει ξανά στο χώμα, δηλαδή στη μοναδική κιβωτό του κόσμου στην οποία θα μπορούσαν να παραμείνουν ασφαλή. Η εύθραυστη ευρωπαϊκή τάξη του Μεσοπολέμου ήταν αισθητή στις ελληνικές κυβερνήσεις πολύ καιρό πριν από την κήρυξη του πολέμου. Από το 1937 η κυβέρνηση Μεταξά είχε ξεκινήσει αλληλογραφία με τη Διεύθυνση Αρχαιοτήτων του υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, προκειμένου να εκπονηθεί από κοινού ένα πλήρες σχέδιο διαφύλαξης των αρχαίων από τις αεροπορικές επιδρομές και από το ενδεχόμενο των οδομαχιών εντός των πόλεων.

Στην επίμονη απαίτηση του κράτους να συνταχθούν κατάλογοι και να ταξινομηθούν τα αρχαία σε κατηγορίες με βάση τη σπουδαιότητά τους οι αρχαιολόγοι της Υπηρεσίας υποστήριζαν σταθερά ότι δεν υπήρχε δυνατότητα επιλογής και ότι όλα τα αρχαία (εκτεθειμένα και αποθηκευμένα) έπρεπε να διασωθούν σε περίπτωση πολέμου. Μάλιστα, ο Νικόλαος Κυπαρίσσης, Έφορος Αρχαιοτήτων Αθηνών (Αττικής και Μεγαρίδος εκτός Πειραιώς), σε εμπιστευτική του έκθεση προς το υπουργείο στις 11 Αυγούστου 1937 αναφέρει ότι, αντί να δαπανηθούν μεγάλα ποσά για την κατασκευή καταφυγίων για ορισμένα από τα αρχαία, θα ήταν προτιμότερο να μεταφερθούν σε νέους χώρους φύλαξης, ασφαλείς από φωτιά και βομβιστικές επιθέσεις, σε κηρυγμένες «αρχαιολογικές πόλεις», οι οποίες με διεθνείς συμβάσεις θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ιερές και απαραβίαστες. Και υπέδειξε την περιοχή της Ακρόπολης ως μία από αυτές. Ωστόσο, η πραγματικότητα διέλυσε τις ελπίδες και τις λιγοστές αμφιβολίες για το επερχόμενο κακό. Οι προετοιμασίες για την αντιμετώπιση του κινδύνου των καταστροφών εντείνονταν με την πάροδο του χρόνου.

Στις 18 Ιουνίου 1940 ο υφυπουργός Παιδείας Ν. Σπέντζας ανακοίνωσε με εμπιστευτικό του έγγραφο ότι «Από σήμερον απαγορεύομεν την χορήγησιν κανονικών αδειών, κατόπιν αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου». Με την κήρυξη του πολέμου τέσσερις μήνες μετά, η Αρχαιολογική Υπηρεσία αντέδρασε αστραπιαία. Με έγγραφό της στις 11 Νοεμβρίου 1940 που απεστάλη σε όλες τις τοπικές διευθύνσεις, εξέδωσε ειδικές τεχνικές οδηγίες «διά την προστασίαν των αρχαίων των διαφόρων μουσείων από τους εναερίους κινδύνους». Σε αυτές προβλέπονταν δύο τρόποι ασφάλισης των ογκωδών και μη μετακινήσιμων εκθεμάτων. Ο πρώτος ήταν «διά της περικαλύψεως του αγάλματος διά γαιοσάκκων, αφ' ου προηγουμένως τούτο περιβληθή δι' ενός ξυλίνου ικριώματος επενδεδυμένου διά σανίδων ως το υπόδειγμα» και ο δεύτερος, που προκρίθηκε ως αποτελεσματικότερος, με την κατάχωση των αγαλμάτων εντός του δαπέδου της αίθουσας ή στην αυλή του μουσείου ή σε περιφραγμένες αυλές και υπόγεια δημόσιων ιδρυμάτων. Η μέθοδος της κατάχωσης, μάλιστα, δινόταν με κάθε λεπτομέρεια. Τα αγάλματα έπρεπε να αποτεθούν στον πυθμένα του ορύγματος που ήταν επενδεδυμένο με οπλισμένο σκυρόδεμα, σε οριζόντια θέση (σαν νεκρά σώματα σε τάφο), να καλυφθούν με αδρανή υλικά και το όρυγμα να σφραγιστεί με πλάκα τσιμέντου. Για τα χάλκινα και για τα πήλινα προβλεπόταν η φύλαξη εντός κιβωτίων επενδεδυμένων με κερόχαρτο ή πισσόχαρτο για τον φόβο της υγρασίας.

Η απόκρυψη του Κούρου του Σουνίου ΕΑΜ 2720 στο όρυγμα που είχε διανοιχθεί μπροστά από το βάθρο του. (Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου).

Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο σήμανε συναγερμός. Με υπουργική απόφαση συστάθηκε η Επιτροπή Απόκρυψης και Ασφάλισης των εκθεμάτων του, με επικεφαλής τρεις Αρεοπαγίτες και μέλη τον γραμματέα της Αρχαιολογικής Εταιρείας Γεώργιο Οικονόμο, τον προσωρινό διευθυντή του μουσείου Αναστάσιο Ορλάνδο, τον καθηγητή Σπυρίδωνα Μαρινάτο, τους εφόρους Γιάννη Μηλιάδη και Σέμνη Καρούζου, την επιμελήτρια Ιωάννα Κωνσταντίνου και ορισμένους μηχανικούς και αρχιτέκτονες του υπουργείου. Στην ομάδα προστέθηκαν και εθελοντές, όπως ο διευθυντής του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Otto Walter, ο Βρετανός αρχαιολόγος Allan Wace και o ακαδημαϊκός Σπύρος Ιακωβίδης, που ήταν τότε πρωτοετής φοιτητής Αρχαιολογίας. «Πολύ πρωί, πριν να δύσει η σελήνη, συγκεντρώνονταν στο μουσείο όσοι είχαν αναλάβει την εργασία τούτη. Νύχτα έφευγαν το βράδυ για να πάνε στα σπίτια τους» γράφει χαρακτηριστικά η Σέμνη Καρούζου. Η φύλαξη των γλυπτών γινόταν ανάλογα με το μέγεθος και τη σημασία του καθενός. Τα μεγαλύτερα από αυτά παρατάσσονταν όρθια σε βαθιά ορύγματα που είχαν ανοιχτεί στα δάπεδα των βόρειων αιθουσών του μουσείου, το οποίο ήταν, άλλωστε, θεμελιωμένο πάνω στον μαλακό βράχο. Για την κάθοδο των αγαλμάτων στα ορύγματα χρησιμοποιήθηκαν αυτοσχέδιοι ξύλινοι γερανοί, τους οποίους χειρίζονταν αδιάκοπα οι τεχνίτες του μουσείου. Τα ορύγματα, που έμοιαζαν με πολυάνδρια, δηλαδή με ομαδικούς τάφους, συγκέντρωσαν ένα σαστισμένο πλήθος μορφών, σαν αυτό που εικονίζεται στην πιο πολύτιμη από τις φωτογραφίες του ομώνυμου αρχείου του μουσείου. Ανάμεσα στις μορφές των αγαλμάτων, που στέκονται αμήχανα στον νέο τους τάφο, βρίσκεται κι ένας από τους ανώνυμους πρωταγωνιστές του Έπους της Απόκρυψης. Ένας τεχνίτης του μουσείου που κοιτά αφηρημένα τον φακό. Κι έτσι όπως συμμερίζεται την αβέβαιη μοίρα των ημερών, καταλήγει να μην ξεχωρίζει από το πλήθος τριγύρω. «Αν καμιά ζημιά δεν έγινε στα μάρμαρα, παρόλες αυτές τις μετακινήσεις, οφείλεται τούτο κυριότατα στο ότι προϊστάμενος του συνεργείου των εργατών ήταν τότε, έως και στα πρώτα χρόνια ύστερ' από τον πόλεμο, ο παλαιός, έμπειρος και αφοσιωμένος γλύπτης των ελληνικών μουσείων Ανδρέας Παναγιωτάκης» αφηγείται η Σέμνη Καρούζου.

«Τον Οκτώβριο του 1940, όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, μόλις είχα εγγραφεί στο πανεπιστήμιο, πρωτοετής φοιτητής» θυμάται σε συνέντευξή του ο ακαδημαϊκός Σπύρος Ιακωβίδης. «Η απόκρυψη είχε ήδη αρχίσει κι εγώ προσέφερα την εθελοντική μου εργασία. Με έβαλαν σε μία από τις αποθήκες, όπου υπήρχαν τεράστια κασόνια. Η δουλειά μου ήταν να τυλίγω ταναγραίες σε παλιές εφημερίδες και με μεγάλη προσοχή να τις τοποθετώ στα κασόνια. Μετά, τη δουλειά συνέχιζε η ειδική επιτροπή που είχε συσταθεί. Όλοι δουλεύαμε ενάντια στον χρόνο, με τον φόβο της εισβολής των Γερμανών, και βέβαια με τεράστια προσοχή. Οι ταναγραίες τυλίγονταν εύκολα. Όμως τα αγγεία έσπαγαν ακόμα πιο εύκολα... Η δουλειά γινόταν στα υπόγεια του μουσείου. Τα αγάλματα τοποθετούνταν σαν άνθρωποι σε διαδήλωση. Στη συνέχεια χυνόταν πάνω τους άμμος που ξεχώριζε το ένα από το άλλο και τα σκέπαζε και από πάνω έπεφτε πλάκα τσιμέντο. Τα παράθυρα των υπόγειων χώρων τα φράζανε με τσουβάλια από άμμο. Με αυτό τον τρόπο δεν μπορούσαν να πάθουν τίποτε από αεροπορική επιδρομή». Τα ξύλινα κιβώτια με τα πήλινα αγγεία και τα ειδώλια, καθώς και με τα χάλκινα έργα, τοποθετούνταν στις ημιυπόγειες αποθήκες της επέκτασης του μουσείου, που είχε μόλις ολοκληρωθεί προς την οδό Μπουμπουλίνας. Μετά τη συμπλήρωση των χώρων, τα δωμάτια γεμίζονταν μέχρι την οροφή με στεγνή άμμο, προκειμένου να αντέξουν τη διάρρηξη της τσιμεντένιας πλάκας της οροφής τους από ενδεχόμενο βομβαρδισμό. Ένα στιγμιότυπο αυτής της εργασίας του εγκιβωτισμού αποτυπώθηκε σε μία ξεχωριστή φωτογραφία, τη μόνη που εικονίζει τους τεχνίτες του μουσείου σε μια στιγμή ανάπαυλας να κοιτούν ανέκφραστοι τον φακό, ανθρώπους που αναρωτιέται κανείς για την τύχη τους τους σκληρούς μήνες της αθηναϊκής Κατοχής. Η Σέμνη Καρούζου διέσωσε το όνομα ενός από αυτούς: «Σε όλη την εργασία του ξεριζώματος και του εγκιβωτισμού των αρχαίων της Συλλογής Αγγείων και Μικροτεχνημάτων πρωτοστατούσε ο μακαρίτης αρχιτεχνίτης Γεώργιος Κοντογιώργης, ένας από τους τεχνίτες που τόσα προσέφεραν και προσφέρουν στην ανάδειξη και την ασφάλεια των αρχαίων». Ταυτόχρονα με τα αρχαία εγκιβωτίστηκαν και οι πολύτιμοι κατάλογοι του μουσείου, δηλαδή τα βιβλία καταγραφής και τεκμηρίωσης των αρχαιοτήτων του. Τα κιβώτια αυτά παραδοθήκαν στον γενικό ταμία της Τράπεζας της Ελλάδος στις 29 Νοεμβρίου 1940. Στις 17 Απριλίου 1941, στο κεντρικό κατάστημα της ίδιας τράπεζας, υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής των ξύλινων κιβωτίων με τα χρυσά και με τα άλλα πολύτιμα ευρήματα των Μυκηνών. Ήταν η πράξη του τέλους μιας εξάμηνης επιχείρησης που πέτυχε να ασφαλίσει τον αμύθητο πλούτο του μεγαλύτερου μουσείου της χώρας. «Η όψη του μουσείου τον Απρίλη του 1941, γυμνωμένου από όλο το περιεχόμενό του, ήταν μια εικόνα ερήμωσης. Οι τοίχοι γυμνοί, τα δάπεδα πολλών αιθουσών σκαμμένα, οι προθήκες άδειες». Ήταν η εικόνα που αντίκρισαν οι Γερμανοί αξιωματικοί το πρωί της Δευτέρας 28 Απριλίου. Της πρώτης μέρας της αθηναϊκής Κατοχής.

Ένα από τα ορύγματα με τα αμήχανα πλήθη των αγαλμάτων.

Στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν το μουσείο δεν παρέμεινε έρημο. Καταλήφθηκε από δημόσιες υπηρεσίες. Στη μεγάλη Μυκηναία Αίθουσα στεγάστηκε η Κρατική Ορχήστρα. Σε ένα μεγάλο μέρος της δυτικής πλευράς, δεξιά από την είσοδο, εγκαταστάθηκε το Κεντρικό Ταχυδρομείο. Στις αίθουσες του πρώτου ορόφου επί της οδού Μπουμπουλίνας λειτούργησαν οι υπηρεσίες του υπουργείου Πρόνοιας, ενώ σε μια αίθουσα του παλαιού κτιρίου προς την οδό Τοσίτσα εγκαταστάθηκε μια ειδική Υγειονομική Υπηρεσία, απ' όπου «περνούσαν υποχρεωτικά δυστυχισμένες νέες γυναίκες, απόκληρες της κοινωνίας» όπως διασώζει η Σέμνη Καρούζου. Σε μια γωνιά του νέου κτιρίου έμεινε λιγοστός χώρος για τα γραφεία των υπαλλήλων του μουσείου, όπου συγκεντρώθηκε η άχρηστη πια σκευή του, το πλήθος των άδειων προθηκών, ορισμένοι πίνακες της Εθνικής Πινακοθήκης και τα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Σε ένα από τα υπόγεια της νέας πτέρυγας παρασκευαζόταν το συσσίτιο των φυλάκων και των αρχαιολογικών υπαλλήλων, με τα πυκνά ίχνη από τους καπνούς του να παραμένουν μέχρι σήμερα σε σημεία της οροφής. Παρά την απώλεια του χαρακτήρα του, το κτίριο παρέμεινε αλώβητο μέχρι το τέλος της Κατοχής. Ως τις «ημέρες του δεκεμβριανού εφιάλτη», όταν οι «πολυβολισμοί των αεροπλάνων» κατέκαψαν μέρος της ξύλινης στέγης του και ένα τμήμα του πρώτου ορόφου διαμορφώθηκε σε φυλακές των κρατουμένων. Ορισμένοι από τους διάτρητους από τις οβίδες τοίχους διατηρούνται ακόμα και σήμερα, μεταξύ των γραφείων όπου εργάζεται το προσωπικό του Μουσείου. Και παρά τη μακρά και επίπονη αποκατάσταση του κτιρίου και των εκθέσεών του τα μεταπολεμικά χρόνια, ήσαν πολλές οι κρυμμένες εκπλήξεις που έρχονταν σποραδικά στο φως. Ακόμα και η δεύτερη, εκ βάθρων ανακαίνισή του, που ολοκληρώθηκε πρόσφατα, ήταν η αφορμή να ανακαλυφθούν και άλλα από τα καλά θαμμένα μυστικά του. Να ήταν, άραγε, τα τελευταία; Ζώντας και δουλεύοντας κανείς ανάμεσα σε αυτούς τους τοίχους, γνωρίζει πως δεν του επιτρέπεται να διατυπώνει τέτοιες εκφράσεις χρονικής βεβαιότητας.

 Στιγμιότυπο από τον εγκιβωτισμό του αμφορέα Α 803.


ΠΗΓΕΣ
www.lifo.gr

Βενάρδου Ε., Μια απόκρυψη αλλιώτικη από τις άλλες. Επιχείρηση «Κρυμμένοι Θησαυροί».
Καλτσάς Ν., «Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο», Αθήνα 2007, 20.
Καρούζου Σ., «Σύντομη Ιστορία του Εθνικού Μουσείου», στο Καρούζου Σ., Εθνικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον, Συλλογή Γλυπτών, Περιγραφικός Κατάλογος, Αθήναι 1967, ια'-κ'.
Καρούζου Σ., «Το Εθνικό Μουσείο από το 1941», το Μουσείον 1 (2000), 5-14. (Πρόκειται για την εκ νέου δημοσίευση του κειμένου της Σ. Καρούζου, που περιλήφθηκε στα Πρακτικά του Α' Συνεδρίου του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, Αθήνα 30 Μαρτίου-3 Απριλίου 1967, Αθήνα 1984, 52-63).
Νικολακέα Ν., «Η προστασία των αρχαιοτήτων κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο», στο Τσιποπούλου Μ. (επιμ.), «...Ανέφερα Εγγράφως», Θησαυροί του Ιστορικού Αρχείου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, Αθήνα 2008, 57-59.
Πασχαλίδης Κ., «Η ίδρυση, η ιστορία και οι περιπέτειες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, 130 χρόνια λειτουργίας σε μία διάλεξη».
Πετράκος Β.Χ., «Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο 1940-1944», Ο Μέντωρ 31 (1994), 73-185.
Σάλτα Μ., «Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο», στο Γαρουφαλής Δ.Ν., Κωνσταντινίδη-Συβρίδη Ε. (επιμ.), Η Αρχαιολογία στην Ελλάδα. Οι μεγαλύτερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις του 20ού αιώνα και οι θησαυροί των ελληνικών μουσείων, Αθήνα 2002, 116-119 (Σειρά: Ιστορία των Πολιτισμών Νο2, του περιοδικού «Corpus»)
Φλέσσα Β., Στα Άκρα, συνέντευξη με τον ακαδημαϊκό Σ. Ιακωβίδη στη Νέα Ελληνική Τηλεόραση (ημέρα προβολής: Παρασκευή 26/10/2012, ώρα: 23:00).
Χριστοπούλου Α., «Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και Νεότερη Ελλάδα. Παράλληλες Ιστορίες», «Αρχαιολογία & Τέχνες» 113 (Δεκέμβριος 2009), 5-10.

Ο Κώστας Πασχαλίδης είναι Ιστορικός και Αρχαιολόγος, Επιμελητής Αρχαιοτήτων στην Προϊστορική Συλλογή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου

Η Ευθυγράμμιση της Αλεξάνδρειας απο τον Μέγα Αλέξανδρο


Η Αλεξάνδρεια «έβλεπε» την Ανατολή στα γενέθλια του Μεγαλέξανδρου 

Ο Αλέξανδρος, ήθελε να κάνει ένα ιδιότυπο δώρο στον εαυτό του υποστηρίζει νέα μελέτη 

18/03/2013

Η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου μπορεί να έχει χτιστεί έτσι ώστε να είναι «ευθυγραμμισμένη» με την ανατολή του ηλίου την ημέρα της γέννησης του Μεγάλου Αλεξάνδρου, υποστηρίζει μια νέα μελέτη.

Σύμφωνα με τον Τζούλιο Μάλι, αρχαιοαστρονόμο στο Πολυτεχνείο του Μιλάνου, η κεντρική αρτηρία της πόλης, που ονομαζόταν Κανοπική Οδός και χρησίμευε ως λεωφόρος επικοινωνίας μεταξύ Ανατολής-Δύσης, δεν «έτρεχε» παράλληλα προς την ακτογραμμή, αλλά την ημέρα των γενεθλίων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο ήλιος, κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα, βρισκόταν σε σχεδόν τέλεια ευθυγράμμιση με το δρόμο. Ο Αλέξανδρος, ο οποίος, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου 356 π.Χ., ήθελε με τον τρόπο αυτό να κάνει ένα ιδιότυπο δώρο γενεθλίων στον εαυτό του.

«Η ευθυγράμμιση της Αλεξάνδρειας με τον ήλιο την ημέρα της γέννησης του Αλεξάνδρου, ήταν ένας τρόπος για να ενσωματωθεί στο αρχιτεκτονικό πρόγραμμα της πόλης μια ξεκάθαρη αναφορά στη εξουσία του», τονίζει ο Μάλι.

Ο ιταλός επιστήμονας και η συνάδελφός του, Λουίζα Φέρο, οι οποίοι κατάφεραν να προσομοιώσουν τη θέση του ήλιου στον 4ο αιώνα π.Χ. χρησιμοποιώντας ένα ειδικό λογισμικό σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, υποστηρίζουν πως τα αποτελέσματα των ερευνών τους θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους αρχαιολόγους στην εύρεση του τάφου του μακεδόνα στρατηλάτη, που τα αρχαία κείμενα υποστηρίζουν ότι βρίσκεται κάπου γύρω από την Αλεξάνδρεια.

Οι ερευνητές παρουσίασαν την εργασία τους στις 9 Οκτωβρίου στο περιοδικό αρχαιολογίας «Oxford Journal Of Archaelogy» του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, προαναγγέλλοντας ότι η μελέτη τους πρόκειται να επεκταθεί και σε άλλες πόλεις που ίδρυσε ο Αλέξανδρος στην Μέση Ανατολή, ώστε να διαπιστωθεί το κατά πόσο συμβαίνει η ίδια ηλιακή ευθυγράμμιση και με τις υπόλοιπες Αλεξάνδρειες.

πηγή: Το Βήμα

O Ναός της Αθηνάς Αφαίας


O Ναός της (Αθηνάς) Αφαίας βρίσκεται στην Αίγινα, στο ιερό αφιερωμένο στην ομώνυμη θεότητα. Βρίσκεται σε ύψος 160 μέτρων στην ανατολική πλευρά του νησιού. Το ιερό επίσης βρίσκεται 29 περίπου χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Ακρόπολης των Αθηνών.

Η θεότητα ταυτίζεται με την κρητική Δίκτυννα ή Βριτόμαρτη. Σύμφωνα με μια σύμπτυξη μύθων από την ελληνική μυθολογία, ο βασιλιάς της Κρήτης Μίνως ερωτεύθηκε τη Βριτόμαρτη και την κυνηγούσε και εκείνη για να γλιτώσει έπεσε στη θάλασσα. Την έσωσαν όμως ψαράδες που τη μετέφεραν στην Αίγινα, αλλά κι εκεί την κυνηγούσε ένας από αυτούς. Κατέφυγε λοιπόν στο ιερό άλσος της Άρτεμις και εξαφανίστηκε με τη βοήθεια της θεάς. Σίγουρη είναι η σχέση της με την Άρτεμις, καθώς αλλού αναφέρεται η Βριτόμαρτις ως νύμφη, κόρη της, ενώ η ίδια η Άρτεμις έχει τα λατρευτικά ονόματα Αφαία, Βριτόμαρτη, Δίκτυννα[2].

Όταν οι ντόπιοι έψαξαν να τη βρουν βρήκαν στη θέση της ένα άγαλμα κι έτσι την ονόμασαν Αφαία (δηλαδή άφαντη). Στη θέση εκείνη ίδρυσαν αργότερα οι Αιγινήτες ένα ιερό και αργότερα χτίστηκε ναός, ο οποίος χρονολογείται στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. μετά τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, στην οποία πήρε μέρος και το νησί. Η εύρεση της θεότητας πραγματοποιήθηκε μετά την ανακάλυψη αρχαϊκής επιγραφής. O αρχικός τύπος του ονόματός της είναι Άφα. Το ιερό της Αφαίας το αναφέρει ο Παυσανίας. Πριν βρεθούν οι επιγραφές, το θεωρούσαν ιερό της Αθηνάς ή του Ηρακλή.

ἐν Αἰγίνῃ δὲ πρὸς τὸ ὄρος τοῦ Πανελληνίου Διὸς ἰοῦσιν, ἔστιν Ἀφαίας ἱερόν, ἐς ἣν καὶ Πίνδαρος ᾆσμα Αἰγινήταις ἐποίησε. φασὶ δὲ οἱ Κρῆτες-- τούτοις γάρ ἐστι τὰ ἐς αὐτὴν ἐπιχώρια--Καρμάνορος τοῦ καθήραντος Ἀπόλλωνα ἐπὶ φόνῳ τῶ Πύθωνος παῖδα Εὔβουλον εἶναι, Διὸς δὲ καὶ Κάρμης τῆς Εὐβούλου Βριτόμαρτιν γενέσθαι: χαίρειν δὲ αὐτὴν δρόμοις τε καὶ θήραις καὶ Ἀρτέμιδι μάλιστα φίλην εἶναι: Μίνω δὲ ἐρασθέντα φεύγουσα ἔῤῥιψεν ἑαυτὴν ἐς δίκτυα ἀφειμένα ἐπ' ἰχθύων θήρᾳ. ταύτην μὲν θεὸν ἐποίησεν Ἄρτεμις, σέβουσι δὲ οὐ Κρῆτες μόνον ἀλλὰ καὶ Αἰγινῆται, λέγοντες φαίνεσθαί σφισιν ἐν τῇ νήσῳ τὴν Βριτόμαρτιν. ἐπίκλησις δέ οἱ παρά τε Αἰγινήταις ἐστὶν Ἀφαία καὶ Δίκτυννα ἐν Κρήτῃ.
Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, Βιβλίο Β', κεφ. 30 παρ.3 [1]

Ο χώρος του ιερού παρουσιάζει ίχνη λατρείας από την ύστερη Μυκηναϊκή περίοδο (1300 π.Χ.) γυναικείας θεότητας της γονιμότητας.


Στη σπηλιά που λέγεται από το μύθο ότι κρύφτηκε η Βριτόμαρτις όταν έφτασε στην Αίγινα βρέθηκαν ειδώλια προελληνικής γυναικείας θεότητας, της Ευγονίας. Αργότερα η θεότητα αυτή ταυτίστηκε με τη θεά Αθηνά και έτσι προκέυψε η Αφαία Αθηνά.

Ο ναός που σώζεται σήμερα χρονολογείται γύρω στο 500-490 π.Χ.: είναι ο δεύτερος, καθώς ο πρωιμότερος δωρικός χρονολογείται στο 570-560 π.Χ. και καταστράφηκε από πυρκαγιά γύρω στο 510 π.Χ. Βαθμιαία το ιερό της Αφαίας παρήκμασε μετά και την αθηναϊκή κυριαρχία στην Αίγινα και μόνο κάποιες επισκευές έγιναν τον 4ο αι. π.Χ. Μέχρι το τέλος του 2ου αιώνα είχε πια εγκαταλειφθεί. Ο ναός θεωρείται ως κορυφαία δημιουργία της αρχαϊκής αρχιτεκτονικής και πιστεύεται ότι αποτέλεσε το ναό πρότυπο για τους αρχιτέκτονες του Παρθενώνα, Ικτίνο και Καλλικράτη.

Στο πλάτωμα του υψώματος στα βορειοανατολικά του νησιού, φαίνεται ότι είχε ιδρυθεί ένας μικρός ναός που δεν σώζεται κανένα ίχνος του. Ανακαλύφθηκε κατά τις ανασκαφές, στα θεμέλια του βωμού, που υπήρχε εμπρός από τον ναό.

Αρχιτεκτονική

Ο ναός είναι δωρικός περίπτερος, με 12 μονολιθικούς κίονες[3] (εκτός από τρεις που έχουν σπόνδυλους) στις μακρές και 6 στις στενές πλευρές. Στηρίζεται σε κρηπίδα τριών βαθμίδων, έχει πρόδομο και οπισθόδομο με δύο κίονες εν παραστάσι και σηκό που χωρίζεται σε τρία κλίτη που σχηματίζονται με δύο δίτονες κιονοστοιχίες. Η είσοδος βρισκόταν στην ανατολική πλευρά. Η στέγη του ναού είχε κάλυψη από πήλινη κεράμωση κορινθιακού τύπου. Οι διαστάσεις του ναού στο στυλοβάτη είναι 13,77 επί 28,81 μ. και είναι κατασκευασμένος από τοπικό πωρόλιθο.


Ο ναός της Αφαίας ήταν ιδιαίτερα γνωστός από την αρχαιότητα για τα αετώματα, τα οποία κοσμούσαν και τις δύο στενές πλευρές του ναού. Τα γλυπτά των αετωμάτων ήταν πολύχρωμα και ήταν φτιαγμένα από παριανό μάρμαρο, με θεματολογία παρμένη από τον Τρωικό Πόλεμο, στον οποίο συμμετείχαν ντόπιοι πολεμιστές και απόγονοι του βασιλιά του νησιού Αιακού (Αίας ο Τελαμώνιος, Τεύκρος, Αχιλλέας), αλλά και από την πρώτη εκστρατεία εναντίον του Λαομέδοντα της Τροίας με αρχηγό τον Ηρακλή, όπου συμμετείχε ο γιος του Αιακού, Τελαμών. Κεντρική φιγούρα είναι η θεά Αθηνά: στο εσωτερικό του ναού, στο σηκό, φυλασσόταν το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς, για την προστασία του οποίου προστέθηκαν κιγκλιδώματα τόσο στον πρόναο όσο και στον οπισθόδομο.

Παλαιότερα είχε σχεδιαστεί και κατασκευαστεί άλλο αέτωμα για την ανατολική πλευρά, το οποίο αργότερα αντικαταστάθηκε. Προκύπτει πως παρίστανε ένα μύθο σχετικά με την αρπαγή της Αφαίας από το Δία. Παρομοίως είχε ξεκινήσει και η κατασκευή του αετώματος για τη δυτική πλευρά με θέμα την Αμαζονομαχία. Πριν όμως ολοκληρωθεί η κατασκευή του πάρθηκε απόφαση για το σχεδιασμό και την κατασκευή άλλων αετωμάτων με διαφορετικό θέμα. Ο λόγος θεωρείται κυρίως πολιτικός. Οι Αιγινήτες πρόβαλαν το νησί τους ως πατρίδα του γένους του Αιακού. Κατά τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., όταν η Αίγινα απειλούνταν από τους Αθηναίους, οι Αιγινήτες αποφάσισαν την αλλαγή των αετωμάτων για να τονίσουν την καταγωγή τους από τον Αιακό κια τα κατορθώματά τους.

Αρχαιολογικές ανασκαφές

Γύρω στο 3ο αι. μ.Χ. αφαιρέθηκαν οι μεταλλικοί σύνδεσμοι που συγκρατούσαν τα αρχιτεκτονικά μέλη του ναού κι έτσι κάποια τμήματά του κατέρρευσαν.

Η πρώτη έρευνα έγινε το 1811 από τον Άγγλο αρχιτέκτονα Cockerell και το Γερμανό βαρώνο von Hallerstein, που επισκέφθηκαν το χώρο και ανέσκαψαν τα γλυπτά των αετωμάτων, τα οποία μετέφεραν στην Ιταλία, πουλήθηκαν στο Λουδοβίκο Α' της Βαυαρίας και έτσι το 1828 κατέληξαν στο Μόναχο, όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα και εκτίθενται στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου. Συστηματική ανασκαφή του μνημείου πραγματοποιήθηκε από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο το 1901, υπό την εποπτεία των Ad. Furtwangler και H. Thiersch και αργότερα, το 1964-1981, του D. Ohly. Τα έτη 1956-1957 έγιναν αναστηλωτικές εργασίες από τον Α. Ορλάνδο και τον Ε. Στίκα.


Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών υπάρχουν λίγα κομμάτια επηρεασμένα από τη χαλκοπλαστική σχολή που άκμασε στο τέλος της αρχαϊκής περιόδου στην Αίγινα.

Η κατάσταση του αρχαιολογικού χώρου παρουσιάζει προβλήματα, τόσο στην περίφραξη όσο και στη συντήρηση των υποστηρικτικών μονάδων. Το Μάρτιο του 2011, το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ενέκρινε μελέτη για «την αναβάθμιση του περιβάλλοντος χώρου και για φωτισμό ανάδειξης των ναών Αφαίας και Ελλανίου Διός στην Αίγινα»[4][5].


Παραπομπές 
  1. Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, Βιβλίο Β', κεφ. 30 παρ.3 
  2. Ι. Θ. Κακριδής, Ελληνική μυθολογία, 3ος τόμος, σελ. 273 
  3. Oλόκληρος ο κίονας δηλαδή αποτελείται από ένα ενιαίο κομμάτι μαρμάρου. 
  4. Σελλά, Όλγα (10-03-2011). "Επεμβάσεις λίγες, αλλά απαραίτητες"
  5. "«Λίφτινγκ» και φώτα στον ναό της Αφαίας". Έθνος (ethnos.gr). 10-03-2011.


Ενα wallpaper σχεδιασμένο από το Ελληνικό Αρχείο για το τοποθετήσετε στην οθόνη σας!


 
Copyright © 2010-2013. Ελληνικό Αρχείο - All Rights Reserved | Designed by Graphopoly Designs